Ο Θοδωρής Κολυδάς γεννήθηκε στις Στενιές Άνδρου.

24 Ιανουαρίου 2026

Γιατί οι δύο ραδιοβολήσεις την ημέρα από τους τρεις σταθμούς ανώτερης ατμόσφαιρας δεν είναι πολυτέλεια, αλλά αναγκαιότητα


 Το πρόσφατο επεισόδιο με τα έντονα φαινόμενα στην Αττική ανέδειξε, μεταξύ άλλων, ένα χρόνιο και κρίσιμο ζήτημα της επιχειρησιακής μετεωρολογίας στη χώρα μας: την απουσία ενός πλήρους και σταθερού δικτύου ραδιοβολήσεων. (Διαβάστε εδώ τι είναι η ραδιοβόλιση) . Σε γενικές γραμμές η Πολιτεία (ΕΜΥ και Πολιτική Προστασία) έδωσαν έγκαιρα το το κύριο σήμα της επικινδυνότητας, τόσο μέσω του Έκτακτου Δελτίου Επικίνδυνων Καιρικών Φαινομένων, όσο και μέσω του 112, το οποίο ήχησε από τις πρωινές ώρες, παρέχοντας τον απαραίτητο χρόνο για τον περιορισμό των μετακινήσεων και την εφαρμογή προληπτικών μέτρων. Ωστόσο, μέχρι και το μεσημέρι, η βροχόπτωση εξελισσόταν ομαλά αλλά επίμονη, με σωρευτικά ύψη της τάξης των 40–60 χιλιοστών σε διάστημα περίπου οκτώ ωρών, χωρίς να έχουν προκύψει προβλήματα. Υπό αυτές τις συνθήκες, ακόμη και οι μετεωρολόγοι δεν διέθεταν πλήρη εικόνα της πραγματικής ατμοσφαιρικής κατάστασης στην ανώτερη τροπόσφαιρα, καθώς απουσίαζαν άμεσες μετρήσεις και η εκτίμηση βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό στα προγνωστικά μοντέλα.

Αναγνωρίζουμε ότι στη χώρα μας δεν διαθέτουμε ακόμη σύγχρονα συστήματα nowcasting, όπως πλήρη κάλυψη με μετεωρολογικά ραντάρ και ανιχνευτές καταιγίδων. Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, οφείλουμε να αξιοποιούμε στο έπακρο κάθε διαθέσιμο παρατηρησιακό μέσο, και οι ραδιοβολήσεις αποτελούν ένα από τα πιο κρίσιμα εργαλεία που έχουμε στη διάθεσή μας. Δεν απαιτείται εξειδικευμένη επιστημονική γνώση για να γίνει κατανοητό ότι όσο περισσότερες και ποιοτικότερες μετρήσεις διαθέτεις, και όσο καλύτερα τις ενσωματώνεις στα προγνωστικά μοντέλα, τόσο πιο αξιόπιστο θα είναι το αποτέλεσμα. Τα αριθμητικά μοντέλα πρόγνωσης λειτουργούν σαν μια κρεατομηχανή: όσο καλύτερη πρώτη ύλη τους δώσεις, τόσο καλύτερο «κιμά» θα παραγάγουν. Αν η είσοδος είναι φτωχή ή ελλιπής, το τελικό προϊόν —όσο προηγμένο κι αν είναι το μοντέλο— δεν μπορεί να αποδώσει σωστά.

Στη κακοκαιρία της 21ης Ιανουαρίου, όλοι γνωρίζαμε ότι μια ανώτερη διαταραχή (trough) θα ενίσχυε τα φαινόμενα. Εκείνο που δεν ήταν δυνατόν να ανιχνευθεί με επάρκεια, ήταν ο ακριβής βαθμός οξύτητας, η θέση και ο χρονισμός αυτής της διαταραχής, λόγω της περιορισμένης πραγματικής παρατήρησης στην ανώτερη ατμόσφαιρα — κάτι που είχα επισημάνει και σε σχετική μου ανάρτηση. 


Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΩΝ ΧΑΡΤΩΝ

Στους χάρτες των 500 hPa τόσο στις 00 UTC όσο και στις 12 UTC, οι ανώρτερες διαταραχές αποδόθηκαν με εξομαλυμένο τρόπο. Η γενική εικόνα υπήρχε, όμως έλειπαν οι λεπτομέρειες που κάνουν τη διαφορά μεταξύ μιας απλής αστάθειας και ενός επεισοδίου με έντονα και επικίνδυνα φαινόμενα στην Αττική. Η πραγματικότητα είναι ότι η trough ήταν πιο οξεία, με ενσωματωμένο βραχύ κύμα (shortwave), το οποίο παρείχε την απαραίτητη δυναμική υποστήριξη για ισχυρές ανοδικές κινήσεις. Αυτή η «αιχμή» όμως δεν αποτυπώθηκε επαρκώς στην ανάλυση. Το πρόβλημα δεν ήταν ότι η ανάλυση ήταν λανθασμένη, αλλά ότι ήταν φτωχή σε πραγματικά δεδομένα πάνω από τον ελληνικό χώρο. Όταν λείπουν ραδιοβολήσεις η ανάλυση δεν βοηθά τα μοντέλα και τα μικρής κλίμακας χαρακτηριστικά (shortwaves, καμπυλότητες) εξομαλύνονται, ενώ παράλληλα η θέση και ο χρονισμός της μέγιστης δυναμικής υποστήριξης μετατοπίζονται ή υποτιμώνταιΈτσι, μια trough που στην πραγματικότητα ήταν πιο «κοφτή» και πιο ενεργή, εμφανίζεται ως μια ήπια κυματομορφή — ανεπαρκής για να προϊδεάσει για την ένταση που τελικά εκδηλώθηκε.

Γιατί οι 3 ραδιοβολήσεις κάνουν τη διαφορά - Προτάσεις

Οι ραδιοβολήσεις σε Θεσσαλονίκη – Ελληνικό – Ηράκλειο, τόσο στις 00 UTC όσο και στις 12 UTC, θα επέτρεπαν καλύτερο προσδιορισμό της κλίσης και του βάθους της trough στα 500 hPa , την ακριβέστερη αποτύπωση της θερμικής δομής και του στροβιλισμού και θα είχαμε σαφέστερη εικόνα της κατακόρυφης διάτμησης και της δυναμικής υποστήριξης πάνω από την Αττική. Με απλά λόγια θα είχαμε μια ανάλυση πιο κοντά στην πραγματική ατμόσφαιρα και όχι στην εξομαλυμένη εκδοχή της. Ναι, τα προβλήματα επιδεινώθηκαν από τα φερτά υλικά και τις υποδομές. Όμως η μετεωρολογία οφείλει να λειτουργεί προληπτικά. Αν το μεσημέρι υπήρχε ένα σαφές σήμα από την ανάλυση της πραγματικής κατάστασης —και όχι μιας εξομαλυμένης εκτίμησης— ίσως να μπορούσε να δοθεί το σωστό μήνυμα, τη σωστή στιγμή. Οι ραδιοβολήσεις δεν πρέπει να εξαρτώνται από το αν “φαίνεται” κακοκαιρία. Ακριβώς επειδή τα κρίσιμα επεισόδια συχνά κρύβονται σε λεπτομέρειες της μέσης τροπόσφαιρας, η εντολή πρέπει να είναι σαφής .

Δύο  ραδιοβολήσεις, κάθε μέρα και από τους τρείς σταθμούς ανώτερης ατμόσφαιρας , ανεξαρτήτως καιρού.

Η παρατήρηση δεν είναι κόστος. Είναι ασφάλεια, αξιοπιστία και ευθύνη. Στο ζήτημα του κόστους, το οποίο για το σύνολο των ραδιοβολήσεων εκτιμάται σε περίπου 400.000 ευρώ ετησίως, αξίζει να σημειωθεί ότι πλέον υπάρχει ρεαλιστική και θεσμικά κατοχυρωμένη δυνατότητα κάλυψης σημαντικού μέρους της δαπάνης. Συγκεκριμένα, το κόστος μπορεί να χρηματοδοτηθεί μέσω του Ειδικού Λογαριασμού της ΕΜΥ, αξιοποιώντας έσοδα από την Eurocontrol, καθώς οι αδιάλειπτες και ποιοτικές μετρήσεις της ανώτερης ατμόσφαιρας δεν εξυπηρετούν μόνο τη μετεωρολογική πρόγνωση, αλλά συνδέονται άμεσα με την ασφάλεια των αεροπορικών πτήσεων. Με άλλα λόγια, η ενίσχυση των ραδιοβολήσεων δεν αποτελεί πρόσθετο βάρος πλέον για τον κρατικό προϋπολογισμό, αλλά επένδυση διπλής απόδοσης: βελτιώνει την πρόγνωση και την πολιτική προστασία στο έδαφος, ενώ ταυτόχρονα ενισχύει το επίπεδο ασφάλειας στον εναέριο χώρο, για τον οποίο η χώρα μας έχει διεθνείς υποχρεώσεις.

Από την επόμενη κιόλας ημέρα, απαιτείται μια σαφής επιχειρησιακή απόφαση. Οι ραδιοβολήσεις να εκτελούνται υποχρεωτικά και συστηματικά στις 00 και 12 UTC, και στα τρία σημεία (Θεσσαλονίκη – Ελληνικό – Ηράκλειο), ανεξαρτήτως πρόγνωσης ή εκτίμησης κινδύνου. Η παρατήρηση δεν μπορεί να λειτουργεί «κατά περίπτωση», διότι ακριβώς τα πιο επικίνδυνα επεισόδια είναι εκείνα που αναδεικνύονται εκ των υστέρων, όταν έχει ήδη χαθεί το κρίσιμο χρονικό παράθυρο. Παράλληλα, τα δεδομένα πρέπει να αφομοιώνονται άμεσα στις αναλύσεις και να αξιοποιούνται επιχειρησιακά, ώστε η εικόνα της ανώτερης ατμόσφαιρας να αντικατοπτρίζει την πραγματική κατάσταση και όχι μια εξομαλυμένη εκδοχή της. Η μετεωρολογία δεν χρειάζεται περισσότερη ερμηνεία — χρειάζεται περισσότερη και σταθερή παρατήρηση.

Πολλές φορές, κατά τη διάρκεια της θητείας του υπογράφοντος στη Διεύθυνση του Εθνικού Μετεωρολογικού Κέντρου, και ιδίως σε περιόδους έντονων κακοκαιριών, δίνονταν οι απαραίτητες εντολές για την εκτέλεση πρόσθετων μετρήσεων ή για την ενίσχυση των βαρδιών, όταν οι συνθήκες το απαιτούσαν. Σήμερα, είναι γεγονός ότι τα ζητήματα στελέχωσης έχουν δυσκολέψει, χωρίς όμως να είναι αυτό το αντικείμενο της παρούσας παρέμβασης. Εκείνο που θεωρώ ουσιαστικό να γίνει κατανοητό είναι ότι οι επισημάνσεις αυτές κατατίθενται με αίσθημα ευθύνης και εμπειρίας και θα πρέπει να ληφθούν σοβαρά υπόψη. Δεν έχουν καταγγελτικό χαρακτήρα, ούτε αποσκοπούν σε απόδοση ευθυνών. Προέρχονται από ένα πρώην στέλεχος της Υπηρεσίας, που γνωρίζει εκ των έσω τη λειτουργία της και νοιάζεται βαθιά για το έργο και την καθημερινή προσπάθεια των συναδέλφων του, ιδιαίτερα σε κρίσιμες επιχειρησιακές συνθήκες.

Θεόδωρος Ν. Κολυδάς
Διευθυντής Τομέα Υδρομετεωρολογίας και Φυσικών Καταστροφών εργαστηρίου Assist Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης - Mετεωρολόγος Star Channel - Πρώην Διευθυντής Εθνικού Μετεωρολογικού Κέντρου ΕΜΥ - Μέλος της Επιστημονικής Επιτροπής της Έδρας UNESCO Con-E-Ect


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ο Κέφαλος και ο μύθος της Λαίλαπας

Πρόσφατα διαβάσαμε για «λαίλαπα» που θα σάρωνε τη χώρα. Ας αφήσουμε όμως για λίγο τα Μετεωρολογικά κι  ας ταξιδέψουμε εκεί όπου γεννήθηκε η ...