Το πρόσφατο άρθρο μου με τίτλο : " Η Γη δεν φοβάται τη ζέστη- τη θυμάται" προκάλεσε εύλογους προβληματισμούς στον επιστημονικό και επαγγελματικό χώρο όπου δραστηριοποιούμαι και σχολιάστηκε με ποικίλους τρόπους. Το γεγονός αυτό, πέρα από το ίδιο το περιεχόμενο του άρθρου, ανέδειξε ένα βαθύτερο ζήτημα. Τον τρόπο με τον οποίο η έννοια της «συναίνεσης» τείνει να χρησιμοποιείται σήμερα όχι ως επιστημονικό εργαλείο, αλλά ως μηχανισμός ισοπέδωσης του διαλόγου. Φαίνεται ότι, σε αρκετές περιπτώσεις, η επίκληση της συναίνεσης λειτουργεί περισσότερο ως όριο λόγου παρά ως αποτέλεσμα ελεύθερης επιστημονικής διερεύνησης. Έτσι, μόλις εκφραστεί δημόσια μια τεκμηριωμένη διαφωνία ή μια διαφορετική οπτική —ακόμη και όταν αυτή εντάσσεται απολύτως στο πλαίσιο της επιστημονικής μεθόδου— όσοι την εκφράζουν κινδυνεύουν να καταταχθούν αυτόματα στην ασαφή και συχνά άδικη κατηγορία των «αρνητών». Η εξέλιξη αυτή δεν πλήττει μόνο τον δημόσιο διάλογο· πλήττει πρωτίστως την ίδια την επιστήμη. Διότι η επιστημονική γνώση δεν οικοδομείται μέσω ομοφωνιών επιβεβλημένων εκ των άνω, αλλά μέσα από ανοιχτή αμφισβήτηση, έλεγχο υποθέσεων και συνεχή αναθεώρηση. Όταν η επιστημονική διαφωνία αντιμετωπίζεται ως απειλή και όχι ως συστατικό στοιχείο προόδου, τότε η έννοια της συναίνεσης παύει να είναι ένδειξη ισχύος και μετατρέπεται σε εργαλείο σιωπής.
Τα τελευταία χρόνια, η έννοια της «επιστημονικής συναίνεσης» για την κλιματική αλλαγή έχει μετατραπεί σε κεντρικό εργαλείο δημόσιας συζήτησης. Στο πλαίσιο αυτό, η μελέτη “Greater than 99% consensus on human caused climate change in the peer-reviewed scientific literature” των Mark Lynas, Benjamin Houlton και Simon Perry, που δημοσιεύθηκε το 2021 στο Environmental Research Letters , παρουσιάστηκε ως το οριστικό κλείσιμο κάθε επιστημονικής αμφισβήτησης , καθώς σύμφωνα με τους συγγραφείς, πάνω από το 99% της σύγχρονης επιστημονικής βιβλιογραφίας αποδέχεται ότι η κλιματική αλλαγή οφείλεται κυρίως στις ανθρώπινες δραστηριότητες. Η μελέτη παρουσιάζεται στο τέλος του άρθρου , ενω παράλληλα προβλήθηκε και από το Cornell University
Η μελέτη βασίζεται σε ανάλυση 88.125 επιστημονικών άρθρων που δημοσιεύθηκαν την περίοδο 2012–2020. Από αυτά, εξετάστηκε τυχαίο δείγμα 3.000 εργασιών, καθώς και ένα δεύτερο, «ενισχυμένο» δείγμα μέσω αλγορίθμου που στόχευε στον εντοπισμό πιθανών σκεπτικιστικών άρθρων με βάση λέξεις-κλειδιά όπως solar, cosmic rays και natural cycles. Το αποτέλεσμα ήταν εντυπωσιακό αριθμητικά. Μόλις 31 άρθρα, στο σύνολο των 88.125, κρίθηκαν ως ρητά ή έμμεσα αμφισβητούντα την ανθρωπογενή αιτιολόγηση της σύγχρονης κλιματικής αλλαγής. Με βάση αυτά τα ευρήματα, οι συγγραφείς καταλήγουν ότι η επιστημονική συναίνεση υπερβαίνει το 99% και πιθανώς προσεγγίζει το 99,9%, υποστηρίζοντας μάλιστα ότι το ζήτημα είναι «πλήρως κλειστό», αντίστοιχο σε βεβαιότητα με τη θεωρία των λιθοσφαιρικών πλακών ή την εξέλιξη των ειδών.
Η μεθοδολογία αν και ισχυρή στατιστικά, είναι προβληματική εννοιολογικά
Η πρώτη κρίσιμη παρατήρηση δεν αφορά τα δεδομένα, αλλά τον ορισμό της “συναίνεσης”. Στη μελέτη, η συναίνεση δεν ορίζεται ως ενεργή, τεκμηριωμένη αποδοχή της ανθρωπογενούς αιτιολόγησης, αλλά ως απουσία ρητής διαφωνίας. Η μεγάλη πλειονότητα των άρθρων (κατηγορία 4a) δεν παίρνει θέση για την αιτία της κλιματικής αλλαγής, είτε επειδή εξετάζει επιπτώσεις, είτε μεθόδους, είτε παλαιοκλιματικά δεδομένα. Αυτά τα άρθρα, ωστόσο, προσμετρώνται στο «consensus», με το σκεπτικό ότι η μη αμφισβήτηση ισοδυναμεί με αποδοχή.
Αυτό αποτελεί θεμελιώδη επιστημολογική επιλογή, όχι ουδέτερο γεγονός. Στην πράξη σημαίνει ότι η σιωπή μετρά ως συμφωνία, η εξειδίκευση μετρά ως συναίνεση, και η μη ενασχόληση με την αιτιολόγηση εκλαμβάνεται ως αποδοχή της κυρίαρχης ερμηνείας.
Έτσι, το 99% δεν εκφράζει το ποσοστό των εργασιών που αποδεικνύουν ή ποσοτικοποιούν την ανθρωπογενή συμβολή, αλλά το ποσοστό εκείνων που δεν την αμφισβητούν ρητά.
Ο αλγόριθμος και το φίλτρο του «σκεπτικισμού»
Ιδιαίτερη σημασία έχει και ο τρόπος εντοπισμού των «διαφωνούντων» εργασιών. Ο αλγόριθμος που χρησιμοποιήθηκε αναζητά λέξεις-κλειδιά συνδεδεμένες με φυσικούς μηχανισμούς, όπως η ηλιακή δραστηριότητα ή οι κοσμικές ακτίνες. Όμως αυτοί οι όροι δεν συνιστούν από μόνοι τους σκεπτικισμό , αλλά αποτελούν θεμιτό και ιστορικά θεμελιώδες πεδίο έρευνας της κλιματολογίας και της γεωφυσικής.
Το αποτέλεσμα είναι ένα είδος μεθοδολογικής «προκατάληψης πλαισίου»: ό,τι αποκλίνει από το κυρίαρχο αφήγημα ταξινομείται ευκολότερα ως περιθωριακό, ενώ η έρευνα που κινείται εντός του πλαισίου δεν χρειάζεται να επαναδιατυπώνει ρητά τη βασική παραδοχή.
Το «case closed» και τα όρια της επιστημονικής γλώσσας
Η δήλωση ότι το ζήτημα είναι «πλήρως κλειστό» (case closed) μπορεί να λειτουργεί επικοινωνιακά, αλλά δεν ανήκει στη γλώσσα της επιστήμης. Η επιστήμη δεν λειτουργεί με τελεσίδικες αποφάσεις, αλλά με βαθμούς βεβαιότητας, αβεβαιότητες και συνεχή αναθεώρηση μοντέλων. Ακόμη και το ίδιο τα IPCC επικαλείται η μελέτη, μιλούν με όρους extremely likely και unequivocal, όχι με όρους οριστικού τέλους της έρευνας.
Χρηματοδότηση και επικοινωνιακό πλαίσιο
Η μελέτη εκπονήθηκε στο πλαίσιο της Alliance for Science, η οποία χρηματοδοτείται από το Bill and Melinda Gates Foundation. Αυτό δεν σημαίνει αλλοίωση δεδομένων ή απόκρυψη ευρημάτων. Σημαίνει όμως κάτι σαφές. Η έρευνα εντάσσεται σε ένα επικοινωνιακό και πολιτικό πλαίσιο, όπου η ανάδειξη της συναίνεσης θεωρείται εργαλείο κοινωνικής κινητοποίησης. Άλλωστε, οι ίδιοι οι συγγραφείς δηλώνουν ρητά ότι η ανάδειξη της συναίνεσης λειτουργεί ως «gateway belief» για την αποδοχή πολιτικών μετριασμού. Πρόκειται για θεμιτό στόχο πολιτικής επικοινωνίας, όχι όμως για ουδέτερη επιστημονική παρατήρηση.
Η μελέτη δεν αποκρύπτει δεδομένα και δεν αποτελεί επιστημονική απάτη. Είναι όμως ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς η επιστημονική βιβλιογραφία μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να στηρίξει ένα αφήγημα βεβαιότητας, περισσότερο παρά να φωτίσει την πολυπλοκότητα της κλιματικής επιστήμης.
Η κλιματολογία και η παλαιοκλιματολογία δείχνουν ξεκάθαρα ότι το κλίμα της Γης ποτέ δεν καθοριζόταν από έναν μόνο παράγοντα. Η ηλιακή ακτινοβολία, οι τροχιακές μεταβολές, η ηφαιστειακή δραστηριότητα, η γεωδυναμική και η εσωτερική μεταβλητότητα του συστήματος Γη–ωκεανοί–ατμόσφαιρα λειτουργούσαν πάντα ταυτόχρονα και αλληλεπιδραστικά. Η σύγχρονη επιστήμη πράγματι αναγνωρίζει ότι η πρόσφατη υπερθέρμανση οφείλεται κυρίως στις ανθρώπινες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου. Αυτό όμως σημαίνει κυρίαρχη συμβολή — όχι αποκλειστική. Οι φυσικοί μηχανισμοί δεν έπαψαν να υπάρχουν ούτε «απενεργοποιήθηκαν». Επιπλέον, η γεωλογική ιστορία καταγράφει περιόδους ταχύτατων κλιματικών μεταβολών, ακόμη και χωρίς ανθρώπινη παρουσία.
Το γεγονός αυτό δεν αναιρεί τη σημερινή ανθρώπινη επίδραση· υπενθυμίζει όμως ότι το κλιματικό σύστημα διαθέτει εγγενή δυναμική και ευαισθησίες. Το ουσιαστικό ζήτημα, επομένως, δεν είναι αν μόνο ο άνθρωπος επηρεάζει το κλίμα, αλλά αν η ταχύτητα και η ένταση της ανθρώπινης παρέμβασης, σε συνδυασμό με τη φυσική μεταβλητότητα, δοκιμάζουν τα όρια προσαρμογής των κοινωνιών και των οικοσυστημάτων. Η επιστήμη κερδίζει σε αξιοπιστία όταν αποφεύγει τις απόλυτες διατυπώσεις
Όταν το 1% αλλάζει τα πάντα-Γιατί η επιστήμη δεν λειτουργεί με πλειοψηφίες
Όταν η επιστήμη παρουσιάζεται ως «κλειστή υπόθεση», κινδυνεύει να χάσει αυτό που τη θεμελιώνει: την ανοιχτή, διαρκή και κριτική αναζήτηση της αλήθειας. Ευτυχώς —και αυτό είναι κρίσιμο— στην επιστήμη δεν ισχύει η δημοκρατία των αριθμών, ούτε οι πλειοψηφίες αποφασίζουν τι είναι αληθές. Αν ίσχυε κάτι τέτοιο, η επιστημονική πρόοδος θα είχε σταματήσει αιώνες πριν.ωΗ ιστορία της επιστήμης είναι γεμάτη παραδείγματα όπου μια μειοψηφική, συχνά περιθωριακή άποψη, ανέτρεψε το κυρίαρχο δόγμα. Όχι επειδή είχε περισσότερους υποστηρικτές, αλλά επειδή εξηγούσε καλύτερα τη φύση.
- Ο Dalton και η ατομική θεωρία : Στις αρχές του 19ου αιώνα, ο John Dalton (συχνά αποδίδεται λανθασμένα ως Boltman) επανέφερε την ατομική θεωρία, σε μια εποχή όπου μεγάλο μέρος της επιστημονικής κοινότητας τη θεωρούσε φιλοσοφικό κατάλοιπο του Δημόκριτου. Η πλειοψηφία των χημικών πίστευε σε συνεχές μέσο, όχι σε διακριτά άτομα. Για δεκαετίες, η ατομική θεωρία ήταν μειοψηφική και αμφισβητούμενη. Χρειάστηκε η στατιστική φυσική, το έργο του Ludwig Boltzmann και τελικά τα πειράματα του Brownian motion (Einstein, Perrin) για να καταρρεύσει το «consensus» της συνέχειας. Αν τότε είχε επικρατήσει το επιχείρημα «η πλειοψηφία συμφωνεί», τα άτομα ίσως να ήταν ακόμη φιλοσοφική εικασία.
- Ο Einstein και το 1% απέναντι στη Νευτώνεια βεβαιότητα :Στις αρχές του 20ού αιώνα, η Νευτώνεια μηχανική θεωρούνταν πλήρης και οριστική. Οι περισσότεροι φυσικοί πίστευαν ότι η φυσική είχε φτάσει στα όριά της και απέμεναν μόνο «λεπτομέρειες». Ο Albert Einstein ανήκε σε ένα απειροελάχιστο ποσοστό που τόλμησε να αμφισβητήσει τις θεμελιώδεις έννοιες του χρόνου και του χώρου. Η Ειδική και Γενική Σχετικότητα δεν έγιναν δεκτές με ψηφοφορία· αντιμετωπίστηκαν αρχικά με έντονη δυσπιστία, ακόμη και ειρωνεία. Σήμερα γνωρίζουμε ότι χωρίς τη Σχετικότητα δεν λειτουργεί το GPS, χωρίς τη Γενική Σχετικότητα δεν κατανοούμε την κοσμολογία, και χωρίς αυτήν, η σύγχρονη φυσική θα ήταν εσωτερικά αντιφατική. Το 1% είχε δίκιο — όχι επειδή ήταν 1%, αλλά επειδή η φύση συμφώνησε μαζί του.
- Ο Zermelo και το τέλος της «προφανούς» θερμοδυναμικής : Στα τέλη του 19ου αιώνα, η δεύτερη αρχή της θερμοδυναμικής θεωρούνταν απολύτως αδιαμφισβήτητη. Ο Ernst Zermelo, βασιζόμενος στη μηχανική του Poincaré, τόλμησε να δείξει ότι σε κλειστά συστήματα η αυστηρή μη αναστρεψιμότητα δεν είναι απόλυτη. Η κριτική του θεωρήθηκε αιρετική. Όμως άνοιξε τον δρόμο για τη στατιστική ερμηνεία της εντροπίας, τη βαθύτερη κατανόηση της χρονικής ασυμμετρίας, και τη σύγχρονη θεωρία μη ισορροπίας. Αν η θερμοδυναμική είχε κλείσει ως «case closed», η σύγχρονη φυσική πολύπλοκων συστημάτων δεν θα υπήρχε.
- Wegener, plate tectonics και το μάθημα της γεωλογίας : Ο Alfred Wegener πρότεινε την ηπειρωτική μετατόπιση το 1912. Η γεωλογική κοινότητα την απέρριψε σχεδόν ομόφωνα. Για μισό αιώνα, η θεωρία του ήταν στο περιθώριο. Σήμερα, η τεκτονική των πλακών αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της γεωλογίας. Το consensus είχε κάνει λάθος — όχι για λίγο, αλλά για δεκαετίες.
Το πραγματικό μάθημα για τη σύγχρονη επιστήμη
Όλα αυτά δεν σημαίνουν ότι «η πλειοψηφία κάνει πάντα λάθος» ή ότι κάθε μειοψηφική άποψη είναι σωστή. Σημαίνουν κάτι πιο ουσιαστικό:
Η επιστήμη δεν προχωρά με ποσοστά συναίνεσης, αλλά με ποιότητα επιχειρημάτων, δεδομένων και προβλεπτική ισχύ.
Το 1% δεν έχει αξία επειδή είναι μειοψηφία. Έχει αξία επειδή μπορεί να εντοπίζει αδυναμίες στα μοντέλα, να φωτίζει παραγνωρισμένους μηχανισμούς, και να κρατά ανοιχτό τον δρόμο της αναθεώρησης. Σε πεδία όπως η κλιματική επιστήμη —όπου εμπλέκονται χαοτικά συστήματα, μακροχρόνιες κλίμακες και πολιτικές αποφάσεις— η απόλυτη βεβαιότητα δεν είναι ένδειξη ισχύος, αλλά αδυναμίας. Η ιστορία δείχνει ξεκάθαρα ότι αν το 1% φιμωθεί, αν η επιστήμη μετατραπεί σε αφήγημα πλειοψηφίας, τότε δεν υπερασπιζόμαστε τη γνώση· τη σταματάμε. Και αυτό είναι το πραγματικό ρίσκο κάθε φορά που ακούμε τη φράση:
«η υπόθεση έχει κλείσει». Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν υπάρχει ανθρωπογενής επίδραση — αυτό είναι επιστημονικά τεκμηριωμένο. Το ερώτημα είναι πώς ορίζουμε τη συναίνεση,πώς διαχειριζόμαστε την αβεβαιότητα, και πού τελειώνει η επιστήμη και αρχίζει η πολιτική χρήση της. Όταν η επιστήμη παρουσιάζεται ως «κλειστή υπόθεση», κινδυνεύει να χάσει αυτό που τη θεμελιώνει. Την ανοιχτή, διαρκή και κριτική αναζήτηση της αλήθειας.
Θεόδωρος Ν. Κολυδάς
Διευθυντής Τομέα Υδρομετεωρολογίας και Φυσικών Καταστροφών εργαστηρίου Assist Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης - Mετεωρολόγος Star Channel - Πρώην Διευθυντής Εθνικού Μετεωρολογικού Κέντρου ΕΜΥ - Μέλος της Επιστημονικής Επιτροπής της Έδρας UNESCO Con-E-Ect
H μελέτη από το Environmental Research Letters
[embeddoc url="https://kolydas.eu/wp-content/uploads/2026/01/Lynas_2021_Environ._Res._Lett._16_114005.pdf" download="all"]
.jpg)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου