Ο Θοδωρής Κολυδάς γεννήθηκε στις Στενιές Άνδρου.

22 Ιανουαρίου 2026

Οι κακοκαιρίες στην Αττική στο πέρασμα του χρόνου-Προτάσεις για ένα καλύτερο αύριο

 

Οι κακοκαιρίες στην Αττική δεν υπήρξαν ποτέ φαινόμενα που κρίνονταν αποκλειστικά από τον συνολικό ημερήσιο υετό σε έναν κεντρικό μετεωρολογικό σταθμό. Αντίθετα, ιστορικά –και μέχρι σήμερα– τα προβλήματα στο Λεκανοπέδιο προκύπτουν από τη χωρική ανισοκατανομή της βροχής, τη σύντομη χρονική ένταση των φαινομένων και τη μορφολογία και δόμηση της περιοχής. Πρόκειται για μια μητρόπολη εγκλωβισμένη ανάμεσα σε ορεινούς όγκους και θάλασσα, με δεκάδες μικρά και μεσαία ρέματα, πολλά εκ των οποίων έχουν περιοριστεί, καλυφθεί ή αλλοιωθεί. Ακόμη και επεισόδια με 30–50 χιλιοστά βροχής μέσα σε λίγες ώρες έχουν αποδειχθεί επαρκή για να προκαλέσουν πλημμυρικά φαινόμενα, ιδίως στα δυτικά, νότια και κεντρικά τμήματα της Αττικής. Η εμπειρία έχει δείξει ότι η Αθήνα δεν χρειάζεται «εκατοστάρια» σε ημερήσια βάση για να δοκιμαστεί. Αυτό που έχει σημασία είναι πού, πότε και με ποια ένταση πέφτει η βροχή. Ένα ισχυρό καταιγιδοφόρο κύτταρο, στάσιμο ή αργά κινούμενο, μπορεί να επιβαρύνει μια λεκάνη απορροής μέσα σε μία μόνο ώρα, με αποτελέσματα δυσανάλογα του συνολικού ημερήσιου ύψους.

Τα τελευταία χρόνια υπάρχουν πλέον και τεκμηριωμένα παραδείγματα ημερήσιου υετού άνω των 100 χιλιοστών σε επιμέρους περιοχές της Αττικής, γεγονός που καταρρίπτει τον μύθο ότι τέτοια μεγέθη «δεν συμβαίνουν στην Αθήνα». Σε κακοκαιρίες όπως ο «Μπάλλος» το 2021, αλλά και σε πιο πρόσφατα επεισόδια, σταθμοί του δικτύου ΕΜΥ και ΕΑΑ/meteo  κατέγραψαν εξαιρετικά υψηλά ημερήσια ύψη, όχι ομοιόμορφα σε όλο το Λεκανοπέδιο, αλλά τοπικά, σε γειτονιές και δήμους με διαφορετικά χαρακτηριστικά απορροής. Το αποτέλεσμα ήταν και πάλι το ίδιο: πλημμυρισμένοι δρόμοι, υπόγεια, διακοπές κυκλοφορίας και επιχειρησιακή πίεση στις αρχές.

 Τα μεγαλύτερα ημερήσια ύψη βροχής (σε χιλιοστά) στην Αττική από το 1899 (πηγή: ΕΑΑ, ΕΜΥ)

Τα ακραία ημερήσια ύψη (>150 mm) εμφανίζονται σε όλες τις εποχές και σε όλη τη διάρκεια των τελευταίων 125 ετών. Δεν υπάρχει «νέα κανονικότητα» μόνο μετά το 2000· αντίθετα, οι μεγαλύτερες τιμές καταγράφονται ήδη από τον Μεσοπόλεμο και τη δεκαετία του ’50. Τα επεισόδια είναι αυστηρά τοπικά: Πεντέλη, Κηφισιά, Τατόι, Άνω Λιόσια, Πατήσια – δηλαδή διαφορετικές λεκάνες απορροής με εντελώς διαφορετικές επιπτώσεις. Η Αθήνα και το Λεκανοπέδιο είχαν πάντα “ικανότητα” για 100άρια και 150άρια, απλώς σήμερα αυτά συμβαίνουν σε πολύ πιο επιβαρυμένο αστικό περιβάλλον.

Το κρίσιμο συμπέρασμα είναι ότι η Αττική ήταν πάντοτε ευάλωτη στις τοπικές κακοκαιρίες, ανεξάρτητα από το αν αυτές καταγράφονταν ως «ακραίες» σε πανελλαδικό επίπεδο. Η σύγκριση με παλαιότερες δεκαετίες δείχνει πως τα προβλήματα δεν είναι νέο φαινόμενο· αυτό που αλλάζει είναι η ένταση της αστικοποίησης, η μείωση των φυσικών διεξόδων του νερού και η αυξανόμενη ανάγκη για ακριβή, τοπικά στοχευμένη πρόγνωση και έγκαιρη προειδοποίηση. 

Με άλλα λόγια, στην Αττική ο κίνδυνος δεν κρύβεται μόνο στα μεγάλα νούμερα των χαρτών υετού, αλλά στις μικρές κλίμακες: σε ένα ρέμα, σε μια γειτονιά, σε μία ώρα έντονης βροχής. Και αυτό είναι κάτι που η μετεωρολογική εμπειρία δεκαετιών έχει αποδείξει επανειλημμένα.

ΑΞΙΟΠΙΣΤΕΣ ΠΡΟΓΝΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΜΕΤΡΗΣΕΙΣ , ΑΛΛΑ ΠΩΣ;

Η αξιόπιστη πρόγνωση –ιδίως σε επεισόδια έντονων και τοπικών φαινομένων όπως αυτά που χαρακτηρίζουν την Αττική– προϋποθέτει πλήρη και συστηματική αφομοίωση δεδομένων, όχι μόνο επιφανείας αλλά και της ανώτερης ατμόσφαιρας. Χωρίς τακτικές ραδιοβολήσεις, πυκνές παρατηρήσεις ανέμου, θερμοκρασίας και υγρασίας στο κατακόρυφο προφίλ, κάθε προγνωστικό μοντέλο λειτουργεί με σοβαρά κενά και αναγκαστικές παραδοχές. Σε αυτό το πλαίσιο, η ανάγκη για τη δημιουργία ενός εθνικού προγνωστικού μοντέλου, μέσα από θεσμική συνεργασία της ΕΜΥ και του meteo / ΕΑΑ, δεν είναι πολυτέλεια αλλά επιχειρησιακή αναγκαιότητα.

Αντί όμως να κινούμαστε προς τη συνένωση δυνάμεων, ο χώρος της μετεωρολογίας τα τελευταία χρόνια εμφανίζει έντονη πολυδιάσπαση, με κάθε φορέα να ακολουθεί τον δικό του δρόμο, συχνά με επικάλυψη ρόλων και χωρίς κοινό στρατηγικό σχεδιασμό. Η κατάσταση αυτή αποδυναμώνει συνολικά την πρόγνωση και τη δημόσια ενημέρωση, την ώρα που τα φαινόμενα απαιτούν περισσότερη επιστημονική συνοχή . Παράλληλα, η ΕΜΥ, αντί να ενισχύεται θεσμικά και επιχειρησιακά, φαίνεται να συρρικνώνεται σε επίπεδο ανθρώπινου δυναμικού, με σταδιακή αποδυνάμωση της εμπειρίας και της συνέχειας που μόνο ένα ισχυρό εθνικό πλαίσιο μπορεί να διασφαλίσει. Γεγονός είναι ότι τα στοιχεία των ακραίων ημερήσιων υψών βροχής στην Αττική δεν αφήνουν περιθώρια για απλουστεύσεις.

Για να επενέλθουμε στο αρχικό μας θέμα οι καταγραφές δείχνουν ότι επεισόδια με πάνω από 100, 150 ή ακόμη και σχεδόν 200 χιλιοστά βροχής δεν αποτελούν σύγχρονη «εφεύρεση» του καιρού, αλλά επαναλαμβανόμενα γεγονότα σε βάθος περισσότερου από ενός αιώνα. Από το κέντρο της Αθήνας και τον Πειραιά έως την Πεντέλη, την Κηφισιά και τα δυτικά προάστια, η Αττική έχει δοκιμαστεί πολλές φορές από εξαιρετικά έντονες βροχοπτώσεις, συχνά με καθαρά τοπικό χαρακτήρα. Αυτό που διαφοροποιεί το σήμερα από το χθες δεν είναι τόσο το ίδιο το ύψος της βροχής, όσο η αυξημένη τρωτότητα του χώρου. Η εκτεταμένη αστικοποίηση, η κάλυψη ρεμάτων, η σφράγιση των επιφανειών και η πίεση στις φυσικές λεκάνες απορροής μετατρέπουν ακόμη και γνώριμα μετεωρολογικά μεγέθη σε σοβαρό κίνδυνο. Έτσι, επεισόδια που στο παρελθόν εκτονώνονταν κυρίως στο φυσικό περιβάλλον, σήμερα αφήνουν έντονο αποτύπωμα στην καθημερινότητα, στις υποδομές και στην οικονομική δραστηριότητα. Η ιστορική καταγραφή των υψηλών τιμών υετού λειτουργεί, τελικά, ως υπενθύμιση ότι ο καιρός στην Αττική ήταν πάντοτε ικανός για ακραίες εκδηλώσεις. Το ζητούμενο δεν είναι να εντυπωσιαζόμαστε από τα νούμερα, αλλά να τα κατανοούμε στο σωστό τους πλαίσιο και να σχεδιάζουμε με βάση αυτά. Γιατί τα δεδομένα δείχνουν ότι τα έντονα επεισόδια θα συνεχίσουν να εμφανίζονται· το αν θα μεταφραστούν σε καταστροφές ή σε διαχειρίσιμα γεγονότα εξαρτάται πλέον λιγότερο από τη βροχή και περισσότερο από τις επιλογές μας.

Θεόδωρος Ν. Κολυδάς
Διευθυντής Τομέα Υδρομετεωρολογίας και Φυσικών Καταστροφών εργαστηρίου Assist Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης - Mετεωρολόγος Star Channel - Πρώην Διευθυντής Εθνικού Μετεωρολογικού Κέντρου ΕΜΥ - Μέλος της Επιστημονικής Επιτροπής της Έδρας UNESCO Con-E-Ect

21 Ιανουαρίου 2026

Νεότερα δεδομένα για την εξέλιξη της κακοκαιρίας - Ανάλυση και συγκρίσεις αριθμητικών μοντέλων

 


Με βάση τα νεότερα προγνωστικά δεδομένα του Ευρωπαϊκού Κέντρου, εξετάσαμε αναλυτικά την εξέλιξη της κακοκαιρίας που επηρεάζει τη χώρα, χωρίζοντας το επεισόδιο σε τέσσερα διαδοχικά εξάωρα. Η προσέγγιση αυτή επιτρέπει μια πιο ρεαλιστική αποτίμηση της χρονικής κατανομής των φαινομένων και αποφεύγει τις απλουστεύσεις που συχνά οδηγούν σε λανθασμένα συμπεράσματα. Σημειώνεται ότι το Ευρωπαϊκό μοντέλο διαφοροποιείται σε σχέση με το GFS και το ICON  κυρίως ως προς τα εκτιμώμενα ύψη βροχής Μέχρι στιγμής, ωστόσο, το Ευρωπαϊκό παρουσιάζει πιο αξιόπιστη και σταθερή συμπεριφορά, ενώ τα νεότερα τρεξίματά του συγκλίνουν σε ελαφρώς αυξημένα 24ωρα αθροίσματα υετού σε σχέση με τις πρωινές προγνώσεις, χωρίς να αλλάζουν τη συνολική εικόνα της κακοκαιρίας.

Γιατί τα μοντέλα διαφέρουν ακόμη και «την τελευταία στιγμή»

Η εικόνα που προκύπτει από τα τρία μοντέλα — ECMWF, GFS και ICON — δείχνει ότι ακόμη και λίγες ώρες πριν από το επεισόδιο, οι διαφορές στα 24ωρα ύψη υετού παραμένουν σημαντικές (40.4 , 59.7 και  84.8 mm. Αυτό δεν είναι ένδειξη «αστοχίας», αλλά αποτέλεσμα της φύσης του φαινομένου: ένα δυναμικό, ασύμμετρο σύστημα, με υετό που εξαρτάται έντονα από τη μικροκλίμακα, τη σύγκλιση χαμηλών ρευμάτων και τη χρονική επιμονή των ζωνών βροχής.


ECMWF – Συντηρητικό, αλλά σταθερό

Το Ευρωπαϊκό μοντέλο εμφανίζεται πιο συγκρατημένο στα ύψη βροχής, με τιμές γύρω στα 40–60 mm για την Αττική. Το πλεονέκτημά του δεν είναι η «ένταση», αλλά η χρονική συνοχή: από τρέξιμο σε τρέξιμο δεν παρουσιάζει απότομες διακυμάνσεις και αποτυπώνει καλύτερα τη διάρκεια του υετού. Αυτή η συμπεριφορά το καθιστά συχνά πιο αξιόπιστο σε επεισόδια παρατεταμένης βροχής, χωρίς έντονη καταιγιδογενή δομή.

ΙCON  – Υπερβάλλει στην ποσότητα, όχι απαραίτητα άδικα


Το ICON δίνει σαφώς υψηλότερα αθροίσματα, με τοπικές τιμές που προσεγγίζουν ή ξεπερνούν τα 80 mm. Συχνά κατηγορείται για «υπερβολή», όμως σε τέτοιες περιπτώσεις λειτουργεί ως προειδοποιητικό σήμα: αναγνωρίζει καλύτερα τη δυναμική ανατροφοδότηση και τη δυνατότητα τοπικών ραγδαιοτήτων. Δεν σημαίνει ότι θα επαληθευτεί πλήρως, αλλά ότι το ταβάνι του κινδύνου είναι υψηλότερο από αυτό που δείχνουν τα πιο συντηρητικά σενάρια.

GFS – Ενδιάμεσο αλλά ευαίσθητο στη γεωμετρία



Το GFS κινείται ανάμεσα στα δύο, με τιμές που άλλοτε πλησιάζουν το ECMWF και άλλοτε το ICON, εμφανίζοντας όμως έντονη χωρική ανομοιογένεια. Αυτό δείχνει αυξημένη ευαισθησία στη γεωμετρία των ζωνών σύγκλισης και στο ανάγλυφο, κάτι που μπορεί να είναι πλεονέκτημα ή μειονέκτημα, ανάλογα με το αν η πραγματική εξέλιξη «κουμπώσει» πάνω στις λεπτομέρειες που προσομοιώνει.

Το κρίσιμο φίλτρο είναι το αστικό περιβάλλον και εδώ βρίσκεται η ουσία της αξιολόγησης. Σε ένα αστικό περιβάλλον όπως η Αθήνα, η επικινδυνότητα δεν κρίνεται μόνο από το απόλυτο ύψος βροχής, αλλά από τη διάρκεια, τη χρονική συγκέντρωση, την προηγηθείσα βροχή, και τη μειωμένη απορροφητικότητα του εδάφους. Υπό αυτό το πρίσμα, ακόμη και 60–80 mm σε 24 ώρες δεν συνιστούν “ακραίο” μετεωρολογικό γεγονός, αλλά μπορούν να αποτελέσουν λειτουργικά επικίνδυνη κατάσταση για μια πόλη. Αυτό μας οδηγεί στη σκέψη ότι μάλλον ήταν σωστή η επιλογή του "χειρότερου σεναρίου" καθώς οι διαφορές τους παραμένουν μεγάλες μέχρι την τελευταία στιγμή, το αστικό ρίσκο δεν επιτρέπει πολυτέλεια υποεκτίμησης, και το κόστος πρόληψης είναι μικρότερο από το κόστος αιφνιδιασμού. Η μετεωρολογία εδώ δεν καλείται να προβλέψει ένα ακραίο φαινόμενο, αλλά να διαχειριστεί την αβεβαιότητα. Και σε τέτοιες περιπτώσεις, η επιλογή του πιο δυσμενούς ρεαλιστικού σεναρίου δεν είναι υπερβολή — είναι ένδειξη ωριμότητας.

Ανάλυση για την Ελλάδα -Αττική με τα δεδομένα του ECMWF 

Επιλέξαμε να αναλύσουμε τα νεότερα προγνωστικά δεδομένα του Ευρωπαϊκού Κέντρου, χωρίζοντας το επεισόδιο σε τέσσερα διαδοχικά εξάωρα. Η προσέγγιση αυτή επιτρέπει μια πιο ρεαλιστική αποτίμηση της χρονικής κατανομής των φαινομένων και αποφεύγει τις απλουστεύσεις που συχνά οδηγούν σε λανθασμένα συμπεράσματα. Η ΕΜΥ και η Επιτροπή εκτίμησης κινδύνου θα αναλύσει όλα τα δεδομένα συγκρίνοντας ομοιότητες και διαφορές.

06 UTC – Πρωινή φάση (οργάνωση)



Το σύστημα βρίσκεται ακόμη στο στάδιο της οργάνωσης. Οι πιο αξιόλογες βροχές εντοπίζονται στα δυτικά και νοτιοδυτικά, στο Ιόνιο και τη δυτική Πελοπόννησο, με στρωματομορφικό κυρίως χαρακτήρα. Η κεραυνική δραστηριότητα είναι περιορισμένη και κατά βάση θαλάσσια. Πρόκειται για τη «χαμηλόφωνη» αρχή, που συχνά περνά απαρατήρητη αλλά θέτει τη βάση για τη συνέχεια.

Στην Αττική, οι βροχές ξεκινούν ασθενείς έως μέτριες, με διακοπές. Το σκηνικό δεν προδιαθέτει για προβλήματα και εύκολα δημιουργείται η αίσθηση ότι η περιοχή βρίσκεται στο περιθώριο της κακοκαιρίας. Ωστόσο, αυτή η φάση λειτουργεί ως «προθέρμανση» του υδρολογικού συστήματος.

12 UTC – Μεσημέρι (επιτάχυνση και εξάπλωση)


Εδώ εμφανίζεται καθαρά η ταχύτερη έλευση των βροχών. Η ζώνη υετού εξαπλώνεται γρήγορα προς την κεντρική και ανατολική Ελλάδα, με πιο συνεκτικά και εκτεταμένα φαινόμενα. Παράλληλα, κάνουν την εμφάνισή τους σποραδικοί κεραυνοί ενσωματωμένοι μέσα στη γενικευμένη βροχή. Είναι το χρονικό σημείο όπου η ανώτερη δυναμική «κουμπώνει» με την υγρασία και αυξάνει τον κίνδυνο τοπικών ραγδαιοτήτων.

Εδώ οι περισσοτερες βροχές στην Αττική έρχονται νωρίτερα και πιο οργανωμένα απ’ ό,τι θα ανέμενε κανείς από την χθεσινή πρωινή εικόνα. Η βροχή γίνεται πιο συνεχής, με τοπικές εντάσεις, κυρίως στα δυτικά και βόρεια του νομού, ενώ δεν αποκλείονται μεμονωμένοι κεραυνοί. Πρόκειται για τη χρονική ζώνη με τον μεγαλύτερο κίνδυνο υποεκτίμησης.

18 UTC – Απόγευμα (ώριμη φάση)


Το σύστημα εμφανίζεται ώριμο και λιγότερο ομοιόμορφο. Οι βροχές παραμένουν εκτεταμένες, αλλά με εναλλαγές έντασης και τοπικές εξάρσεις. Η κεραυνική δραστηριότητα γίνεται πιο αισθητή σε επιλεγμένες περιοχές, κυρίως στα νότια και στα θαλάσσια τμήματα, χωρίς όμως να μετατρέπεται σε γενικευμένη καταιγίδα. Το βάρος μετατοπίζεται στη διάρκεια και στη συσσώρευση υετού.

Τα φαινόμενα στην Αττική συνεχίζονται με διακυμάνσεις. Δεν πρόκειται για γενικευμένες καταιγίδες, αλλά για ένα μωσαϊκό βροχής με αιφνίδιες εξάρσεις και πιθανή σποραδική ηλεκτρική δραστηριότητα. Η συσσώρευση υετού αρχίζει να παίζει καθοριστικό ρόλο, ειδικά στο αστικό περιβάλλον.

00 UTC – Νυχτερινή φάση (επιμονή και υπολειμματική αστάθεια)


Κατά τη διάρκεια της νύχτας, τα φαινόμενα δεν «σβήνουν». Ο υετός επιμένει σε αρκετές περιοχές, συχνά με πιο ανοργάνωτο χαρακτήρα, ενώ παραμένει πιθανή η σποραδική ηλεκτρική δραστηριότητα, κυρίως σε θαλάσσιες ζώνες μέσα στο Αιγαίο . Είναι η φάση όπου η κόπωση του συστήματος δεν σημαίνει απουσία κινδύνου, αλλά παρατεταμένη επιβάρυνση.

Κατά τη νύχτα, οι βροχές στην Αττική δεν αποχωρούν άμεσα. Παραμένουν κατά διαστήματα, συντηρώντας την επιβάρυνση, ενώ ο κίνδυνος προέρχεται πλέον όχι από την ένταση, αλλά από τη διάρκεια και τη συσσωρευτική δράση. Σε αυτή τη φάση, ακόμη και μέτριες βροχές μπορεί να προκαλέσουν προβλήματα, ακριβώς επειδή έχουν προηγηθεί πολλές ώρες υετού.

ΔΕΙΤΕ ΣΥΝΟΛΙΚΟ ΒΙΝΤΕΟ ΜΕ ΤΟΝ ΕΞΑΩΡΟ ΥΕΤΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΕΡΑΥΝΙΚΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ ΑΝΑ  6ΩΡΕΣ


Κλείνουμε υπενθυμίζοντας ότι η ουσία της πρόγνωσης δεν βρίσκεται μόνο στους αριθμούς, αλλά στον τρόπο με τον οποίο εξελίσσονται τα φαινόμενα στον χρόνο και στον χώρο. Η συγκεκριμένη κακοκαιρία δεν χαρακτηρίζεται από ακραίες κορυφώσεις, αλλά από επιμονή, χρονική συσσώρευση και τοπικές εξάρσεις, στοιχεία που συχνά οδηγούν σε υποεκτίμηση του πραγματικού κινδύνου. Τα νεότερα δεδομένα επιβεβαιώνουν ότι απαιτείται αυξημένη προσοχή, ιδιαίτερα σε αστικές και ευάλωτες περιοχές, καθώς ακόμη και μέτρια ύψη βροχής μπορούν να προκαλέσουν προβλήματα όταν εκδηλώνονται με διάρκεια. Η συνεχής παρακολούθηση των επικαιροποιημένων προγνώσεων και οι επαληθεύσεις των αριθμητικών μοντέλων παραμένει καθοριστική, όχι για να καλλιεργηθεί ανησυχία, αλλά για να υπάρχει έγκαιρη και ψύχραιμη προσαρμογή στην πραγματική δυναμική του καιρού.

Με εκτίμηση

Θεόδωρος Ν. Κολυδάς
Διευθυντής Τομέα Υδρομετεωρολογίας και Φυσικών Καταστροφών εργαστηρίου Assist Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης - Mετεωρολόγος Star Channel - Πρώην Διευθυντής Εθνικού Μετεωρολογικού Κέντρου ΕΜΥ - Μέλος της Επιστημονικής Επιτροπής της Έδρας UNESCO Con-E-Ect

20 Ιανουαρίου 2026

Ισχυρές ηλιακές καταιγίδες και πτησεις



Εχουν μειωθεί οι πτήσεις ή έχουν περιρίσει το ύψος πτήσης πάνω από τους πόλους τις τελευταίες ώρες καθως ηλιακή καταιγίδα ( Solar Radiation Storm) κατηγορίας S4 (Severe) είναι σε εξέλιξη . 
Με απλά λόγια  έχουμε  υψηλά επίπεδα ηλιακών πρωτονίων (ηλεκτρόνια/πρωτόνια/φορτισμένα σωματίδια με υψηλή ενέργεια) με δυνατότητα να διεισδύουν βαθύτερα στην άνω ατμόσφαιρα, ιδιαίτερα κοντά στους πόλους. Αυτό έχει επιβεβαιωθεί από τη μετρήση των GOES και ανακοινώθηκε από το NOAA/Space Weather Prediction Center. Παράλληλα έχουμε G4 Severe γεωμαγνητική καταιγίδα  σε εξέλιξη λόγω άφιξης CME που εκτοξεύτηκε από ηλιακή έκλαμψη X1.9 στις 18/1/2026, και η οποία επηρεάζει την αλληλεπίδραση του ηλιακού ανέμου με το μαγνητικό πεδίο της Γης. 

Η ηλιακή καταιγίδα και η γεωμαγνητική καταιγίδα είναι δύο διαφορετικά αλλά αλληλένδετα φαινόμενα του space weather. Το πρώτο συμβαίνει στον Ήλιο, το δεύτερο στη Γη.

ΧαρακτηριστικόΗλιακή καταιγίδαΓεωμαγνητική καταιγίδα
Πού συμβαίνειΣτον ΉλιοΣτη Γη
Τι περιλαμβάνειFlare, CME, πρωτόνιαΔιαταραχή μαγνητικού πεδίου
Χρόνος άφιξης8 λεπτά – 3 ημέρεςΜετά την άφιξη CME
ΚλίμακαS / RG
ΕπιπτώσειςΔορυφόροι, πτήσειςΡεύμα, GPS, HF, aurora

Πώς επηρεάζονται οι πτήσεις, ειδικά πάνω από τους πόλους
Κατά τις ισχυρές solar radiation storms (ιδιαίτερα S3–S5) η αύξηση των υψηλής ενέργειας σωματιδίων προκαλεί αυξημένη δόση ιονίζουσας ακτινοβολίας για πτήσεις σε πολύ μεγάλες υψομετρικές και πορεία κοντά στους πόλους — λόγω αδυναμίας κορεσμού από το μαγνητικό πεδίο της Γης στην περιοχή αυτή. 
• Αυτή η επιβάρυνση είναι πολύ μικρή για τις πτήσεις γενικά, αλλά σε ισχυρές καταιγίδες μπορεί να ξεπεράσει τα κανονικά όρια που λαμβάνουν οι επιβάτες και το πλήρωμα σε μακρινές πτήσεις, οπότε οι αεροπορικές εταιρείες προτιμούν να αλλάζουν διαδρομές ή να μειώνουν ύψος πτήσης για να μειώσουν την έκθεση. 
Η κατάσταση αυτή είναι πιθανόν να δημιουργήσει   διαταραχές στο σύστημα GPS ή σε δορυφορικές επικοινωνίες, αλλά δεν είναι δεδομένο ότι θα υπάρξουν σοβαρές αστοχίες. 
Οι υψηλές ενέργειες πρωτονίων μπορούν να επηρεάσουν δορυφόρους και ηλεκτρονικά συστήματα στο διάστημα.  Στο έδαφος ή στην κανονική ατμόσφαιρα δεν υπάρχει άμεσος κίνδυνος για άτομο στο έδαφος. Το μαγνητικό πεδίο και η ατμόσφαιρα μας προστατεύουν από τα περισσότερα σωματίδια. Για προσωπικό πληρώματος και επιβάτες σε πτήσεις πολύ υψηλής υψομετρικής και κυρίως στο βόρειο/νότιο πόλο, η δόση ακτινοβολίας μπορεί να είναι υψηλότερη από το κανονικό. Οι αεροπορικές εταιρείες το λαμβάνουν σοβαρά υπόψη και προσαρμόζουν διαδρομές/ύψος όταν χρειάζεται.
Δείτε την πρόγνωση διαστημικού καιρού από το Πανεπιστήμιο Αθηνών,

18 Ιανουαρίου 2026

Χάθηκαν ή όχι οι «παλιοί χειμώνες» ;

 


Αν ρωτήσεις σήμερα σε μια πλατεία ή σε ένα καφενείο, η απάντηση θα έρθει σχεδόν έτοιμη: «Δεν κάνει πια χειμώνα όπως παλιά». Και πράγματι, τα κλιματικά αρχεία δείχνουν σε πολλές περιοχές της Ελλάδας λιγότερες ημέρες χιονόπτωσης και, σε ορισμένες περιπτώσεις, μεταβολές στη συχνότητα και στο “ύφος” των χειμερινών κακοκαιριών. Όμως από εκεί μέχρι το συμπέρασμα ότι «οι χειμώνες χάθηκαν» υπάρχει ένα επιστημονικό κενό: ο χειμώνας δεν είναι μια ανάμνηση, είναι ένα στατιστικό καθεστώς — και η στατιστική χρειάζεται χρόνο, όχι εντυπώσεις. Η πιο συνηθισμένη παγίδα στη δημόσια συζήτηση είναι ότι κρίνουμε τις εποχές μέσα στα όρια της ανθρώπινης μνήμης. Δύο–τρεις γενιές, στην καλύτερη περίπτωση ένας αιώνας οργανωμένων μετρήσεων, και συχνά πολύ λιγότερο ως “ζωντανή εμπειρία”. Η ατμόσφαιρα όμως δεν λειτουργεί με κλίμακα βιογραφίας. Λειτουργεί με κλίμακες δεκαετιών, πολυδεκαετιών και αιώνων. Έτσι, ένας κύκλος 20–30 ετών με ηπιότερους χειμώνες μπορεί να μοιάζει «νέα κανονικότητα», αλλά μπορεί να είναι και απλώς ένα επεισόδιο φυσικής μεταβλητότητας πάνω στο οποίο προστίθεται η μακροπρόθεσμη τάση της θέρμανσης.

Οι πρωταγωνιστές του χειμώνα

Εδώ είναι που πρέπει να μπει η μεγάλη εικόνα: οι χειμώνες στην Ευρώπη και στη Μεσόγειο δεν καθορίζονται από έναν “μοναδικό πρωταγωνιστή”. Τους ρυθμίζουν τηλεσυνδέσεις μεγάλης κλίμακας, δηλαδή μοτίβα κυκλοφορίας που συνδέουν ωκεανούς, ηπείρους και την ανώτερη ατμόσφαιρα σε έναν κοινό παλμό. Η IPCC αναγνωρίζει ότι αρκετές όψεις της μεγάλης κλίμακας κυκλοφορίας έχουν πιθανότατα αλλάξει από τα μέσα του 20ού αιώνα (διεύρυνση της ζώνης Hadley, μετατόπιση/μεταβολή storm tracks), αλλά ταυτόχρονα τονίζει και τα όρια της τεκμηρίωσης όταν κοιτάμε πέρα από τη σύγχρονη περίοδο παρατηρήσεων , καθώς σε πολλά σημεία η βεβαιότητα για το “πόσο” και “πώς” παραμένει περιορισμένη, ακριβώς επειδή το σύστημα έχει έντονη εσωτερική μεταβλητότητα.

Ας το κάνουμε πιο πρακτικό: στην περιοχή μας, αν θες να εξηγήσεις γιατί ένας χειμώνας έρχεται «μαλακός» ή «σκληρός», δεν αρκεί να κοιτάξεις αν υπάρχει ψυχρό απόθεμα στη Σιβηρία. Πρέπει να δεις αν “ανοίγουν οι δρόμοι” για να κατέβει αυτό το ψύχος — και αυτοί οι δρόμοι ανοίγουν ή κλείνουν από τις τηλεσυνδέσεις.

Η ΝΑΟ (North Atlantic Oscillation) είναι ίσως ο πιο άμεσος διακόπτης για την Ευρώπη: αλλάζει τη θέση ή ένταση των δυτικών ροών και τη συχνότητα με την οποία οι υφέσεις περνούν βορειότερα ή νοτιότερα, επηρεάζοντας χειμερινές θερμοκρασίες και βροχές ή χιονοπτώσεις σε μεγάλα τμήματα της Ευρώπης. Με απλά λόγια: με διαφορετική ΝΑΟ, αλλάζει το “σκηνικό” στο οποίο θα παίξει είτε ο Σιβηρικός αντικυκλώνας είτε τα Μεσογειακά χαμηλά. Και αυτό δεν είναι θεωρία: υπάρχει πλούσια βιβλιογραφία για τους μηχανισμούς μέσω των οποίων η ΝΑΟ διαμορφώνει τον ευρωπαϊκό χειμώνα.

Το El Niño/La Niña (ENSO), από την άλλη, φαίνεται “μακρινό”, αλλά μπορεί να επηρεάσει έμμεσα τον Ατλαντικό και την Ευρώπη μέσω αλυσιδωτών κυματισμών Rossby και αλλαγών στο υπόβαθρο της κυκλοφορίας. Το κρίσιμο σημείο όμως —που συχνά χάνεται στις απλουστεύσεις— είναι ότι η ευρωπαϊκή απόκριση στο ENSO δεν είναι πάντα σταθερή ούτε γραμμική: μπορεί να είναι ασθενής, να εμφανίζεται σε συγκεκριμένους μήνες ή φάσεις, και να μεταβάλλεται πολυδεκαετιακά. Με άλλα λόγια, υπάρχουν “σήματα”, αλλά δεν είναι ένα κουμπί on/off. Αυτό ακριβώς υπογραμμίζεται σε σύγχρονες εργασίες που εξετάζουν την (μη) στασιμότητα των ENSO–NAE τηλεσυνδέσεων.

Ο Σιβηρικός αντικυκλώνας; Είναι όντως μια τεράστια δεξαμενή ψυχρού, ξηρού αέρα. Αλλά το αν αυτό το “ψυχρό κεφάλαιο” θα μετατραπεί σε ελληνικό χειμώνα εξαρτάται από την κυκλοφορία στην Ανατολική Ευρώπη, από την ύπαρξη ή μη “ελκυστών” στη Μεσόγειο, από μπλοκαρίσματα και από τη διάταξη του αεροχειμάρρου. Επιπλέον, η ίδια η επιστημονική συζήτηση για το πώς μεταβάλλεται ο Σιβηρικός αντικυκλώνας σε έναν θερμαινόμενο κόσμο παραμένει ζωντανή: άλλες μελέτες δίνουν έμφαση σε τάσεις εξασθένησης, άλλες σε περιόδους ενίσχυσης ή σε μη γραμμική συμπεριφορά που κυριαρχείται από εσωτερική μεταβλητότητα. Αυτό δεν είναι ένδειξη σύγχυσης. Είναι ένδειξη ότι το σήμα είναι λεπτό και ο “θόρυβος” της φυσικής μεταβλητότητας ισχυρός.

Κάπου εδώ εμφανίζεται το κεντρικό μήνυμα που αξίζει να μείνει: οι εποχές δεν είναι ραντεβού. Είναι πιθανότητες. Και οι πιθανότητες αλλάζουν, άλλοτε από τη μακροπρόθεσμη ενεργειακή τάση (θέρμανση), άλλοτε από τις ταλαντώσεις μεγάλης κλίμακας (ΝΑΟ, ENSO, AO, στρατοσφαιρικές διεργασίες), άλλοτε από τη σύμπτωση των δύο. Το να πούμε «οι χειμώνες χάθηκαν» επειδή είδαμε λιγότερα χιόνια για 15–20 χρόνια είναι σαν να λέμε  ότι χάθηκε το κύμα επειδή, για λίγο, η θάλασσα γαλήνεψε και είναι λάδι. Η φυσική του χειμώνα δεν καταργήθηκε. Η μεταβλητότητα του συστήματος και η μετατόπιση των κατανομών κάνουν τον χειμώνα να έρχεται διαφορετικά, όχι να εξαφανίζεται.

Γι’ αυτό και η πιο επιστημονικά έντιμη διατύπωση σήμερα δεν είναι «τελείωσε ο χειμώνας», αλλά κάτι πιο απαιτητικό:

  • Ναι, υπάρχουν ενδείξεις μεταβολών σε ορισμένα χαρακτηριστικά της μεγάλης κλίμακας κυκλοφορίας (π.χ. storm tracks, διεύρυνση Hadley), αλλά σε αρκετές λεπτομέρειες η βεβαιότητα παραμένει περιορισμένη όταν βγαίνουμε έξω από την πρόσφατη περίοδο παρατηρήσεων όπως αναφέρει η IPCC.

  • Ναι, οι τηλεσυνδέσεις (ΝΑΟ, ENSO) επηρεάζουν την Ευρώπη, αλλά η ισχύς και η σταθερότητά τους μπορεί να μεταβάλλονται και να “εξαρτώνται από τη φάση” και την εποχή όπως αναφέρεται στο Nature .

  • Και ναι, ο Σιβηρικός αντικυκλώνας είναι κρίσιμος ως αποθήκη ψύχους, αλλά δεν αρκεί ως εξήγηση χωρίς το κυκλοφοριακό “κλειδί” που ανοίγει ή κλείνει τη μεταφορά , όπως αναφέρει η σχετική μελέτη στο Nature .

Αν τελικά υπάρχει μια φράση που συνοψίζει την ουσία, είναι αυτή: οι “παλιοί χειμώνες” δεν χάθηκαν—απλώς δεν είναι "υποχρεωμένοι" να εμφανίζονται μέσα στο στενό παράθυρο των ανθρώπινων γενεών. Η ατμόσφαιρα δεν χρωστάει συνέχειες στη μνήμη μας. Χρωστάει μόνο συνέπεια στη φυσική της. Κι αυτήν, μέχρι στιγμής, την κρατά με χειμώνες που άλλοτε υποχωρούν, άλλοτε επιστρέφουν, κι άλλοτε μας θυμίζουν απότομα ότι το κλίμα είναι ιστορία πολύ μεγαλύτερη από εμάς.

Πηγές : IPCC AR6 WGI, Κεφ. 2 & 4 / Trigo et al. (2002) / Seager et al. (2020) / Rodríguez-Fonseca et al. (2016) / Mezzina et al. (2020) & Fernández-Castillo et al. (2025) / Li et al. (2025) & Savita et al. (2025)  - ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΉ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ Courtesy John Clagg Jr./Reminisc

Θεόδωρος Ν. Κολυδάς
Διευθυντής Τομέα Υδρομετεωρολογίας και Φυσικών Καταστροφών εργαστηρίου Assist Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης - Mετεωρολόγος Star Channel - Πρώην Διευθυντής Εθνικού Μετεωρολογικού Κέντρου ΕΜΥ - Μέλος της Επιστημονικής Επιτροπής της Έδρας UNESCO Con-E-Ect

17 Ιανουαρίου 2026

Η «συναίνεση του 99%» και τα όριά της


 

Το πρόσφατο άρθρο μου με τίτλο : " Η Γη δεν φοβάται τη ζέστη- τη θυμάται" προκάλεσε εύλογους προβληματισμούς στον επιστημονικό και επαγγελματικό χώρο όπου δραστηριοποιούμαι και σχολιάστηκε με ποικίλους τρόπους. Το γεγονός αυτό, πέρα από το ίδιο το περιεχόμενο του άρθρου, ανέδειξε ένα βαθύτερο ζήτημα. Τον τρόπο με τον οποίο η έννοια της «συναίνεσης» τείνει να χρησιμοποιείται σήμερα όχι ως επιστημονικό εργαλείο, αλλά ως μηχανισμός ισοπέδωσης του διαλόγου. Φαίνεται ότι, σε αρκετές περιπτώσεις, η επίκληση της συναίνεσης λειτουργεί περισσότερο ως όριο λόγου παρά ως αποτέλεσμα ελεύθερης επιστημονικής διερεύνησης. Έτσι, μόλις εκφραστεί δημόσια μια τεκμηριωμένη διαφωνία ή μια διαφορετική οπτική —ακόμη και όταν αυτή εντάσσεται απολύτως στο πλαίσιο της επιστημονικής μεθόδου— όσοι την εκφράζουν κινδυνεύουν να καταταχθούν αυτόματα στην ασαφή και συχνά άδικη κατηγορία των «αρνητών». Η εξέλιξη αυτή δεν πλήττει μόνο τον δημόσιο διάλογο· πλήττει πρωτίστως την ίδια την επιστήμη. Διότι η επιστημονική γνώση δεν οικοδομείται μέσω ομοφωνιών επιβεβλημένων εκ των άνω, αλλά μέσα από ανοιχτή αμφισβήτηση, έλεγχο υποθέσεων και συνεχή αναθεώρηση. Όταν η επιστημονική διαφωνία αντιμετωπίζεται ως απειλή και όχι ως συστατικό στοιχείο προόδου, τότε η έννοια της συναίνεσης παύει να είναι ένδειξη ισχύος και μετατρέπεται σε εργαλείο σιωπής.

Τα τελευταία χρόνια, η έννοια της «επιστημονικής συναίνεσης» για την κλιματική αλλαγή έχει μετατραπεί σε κεντρικό εργαλείο δημόσιας συζήτησης. Στο πλαίσιο αυτό, η μελέτη “Greater than 99% consensus on human caused climate change in the peer-reviewed scientific literature” των Mark Lynas, Benjamin Houlton και Simon Perry, που δημοσιεύθηκε το 2021 στο Environmental Research Letters , παρουσιάστηκε ως το οριστικό κλείσιμο κάθε επιστημονικής αμφισβήτησης , καθώς σύμφωνα με τους συγγραφείς, πάνω από το 99% της σύγχρονης επιστημονικής βιβλιογραφίας αποδέχεται ότι η κλιματική αλλαγή οφείλεται κυρίως στις ανθρώπινες δραστηριότητες.  Η μελέτη παρουσιάζεται στο τέλος του άρθρου , ενω παράλληλα προβλήθηκε και από το Cornell University 

Η μελέτη βασίζεται σε ανάλυση 88.125 επιστημονικών άρθρων που δημοσιεύθηκαν την περίοδο 2012–2020. Από αυτά, εξετάστηκε τυχαίο δείγμα 3.000 εργασιών, καθώς και ένα δεύτερο, «ενισχυμένο» δείγμα μέσω αλγορίθμου που στόχευε στον εντοπισμό πιθανών σκεπτικιστικών άρθρων με βάση λέξεις-κλειδιά όπως solar, cosmic rays και natural cycles. Το αποτέλεσμα ήταν εντυπωσιακό αριθμητικά. Μόλις 31 άρθρα, στο σύνολο των 88.125, κρίθηκαν ως ρητά ή έμμεσα αμφισβητούντα την ανθρωπογενή αιτιολόγηση της σύγχρονης κλιματικής αλλαγής. Με βάση αυτά τα ευρήματα, οι συγγραφείς καταλήγουν ότι η επιστημονική συναίνεση υπερβαίνει το 99% και πιθανώς προσεγγίζει το 99,9%, υποστηρίζοντας μάλιστα ότι το ζήτημα είναι «πλήρως κλειστό», αντίστοιχο σε βεβαιότητα με τη θεωρία των λιθοσφαιρικών πλακών ή την εξέλιξη των ειδών.

Η μεθοδολογία αν και ισχυρή στατιστικά, είναι προβληματική εννοιολογικά

Η πρώτη κρίσιμη παρατήρηση δεν αφορά τα δεδομένα, αλλά τον ορισμό της “συναίνεσης”. Στη μελέτη, η συναίνεση δεν ορίζεται ως ενεργή, τεκμηριωμένη αποδοχή της ανθρωπογενούς αιτιολόγησης, αλλά ως απουσία ρητής διαφωνίας. Η μεγάλη πλειονότητα των άρθρων (κατηγορία 4a) δεν παίρνει θέση για την αιτία της κλιματικής αλλαγής, είτε επειδή εξετάζει επιπτώσεις, είτε μεθόδους, είτε παλαιοκλιματικά δεδομένα. Αυτά τα άρθρα, ωστόσο, προσμετρώνται στο «consensus», με το σκεπτικό ότι η μη αμφισβήτηση ισοδυναμεί με αποδοχή.

Αυτό αποτελεί θεμελιώδη επιστημολογική επιλογή, όχι ουδέτερο γεγονός. Στην πράξη σημαίνει ότι η σιωπή μετρά ως συμφωνία, η εξειδίκευση μετρά ως συναίνεση, και η μη ενασχόληση με την αιτιολόγηση εκλαμβάνεται ως αποδοχή της κυρίαρχης ερμηνείας.

Έτσι, το 99% δεν εκφράζει το ποσοστό των εργασιών που αποδεικνύουν ή ποσοτικοποιούν την ανθρωπογενή συμβολή, αλλά το ποσοστό εκείνων που δεν την αμφισβητούν ρητά.

Ο αλγόριθμος και το φίλτρο του «σκεπτικισμού»

Ιδιαίτερη σημασία έχει και ο τρόπος εντοπισμού των «διαφωνούντων» εργασιών. Ο αλγόριθμος που χρησιμοποιήθηκε αναζητά λέξεις-κλειδιά συνδεδεμένες με φυσικούς μηχανισμούς, όπως η ηλιακή δραστηριότητα ή οι κοσμικές ακτίνες. Όμως αυτοί οι όροι δεν συνιστούν από μόνοι τους σκεπτικισμό , αλλά  αποτελούν θεμιτό και ιστορικά θεμελιώδες πεδίο έρευνας της κλιματολογίας και της γεωφυσικής.

Το αποτέλεσμα είναι ένα είδος μεθοδολογικής «προκατάληψης πλαισίου»: ό,τι αποκλίνει από το κυρίαρχο αφήγημα ταξινομείται ευκολότερα ως περιθωριακό, ενώ η έρευνα που κινείται εντός του πλαισίου δεν χρειάζεται να επαναδιατυπώνει ρητά τη βασική παραδοχή.

Το «case closed» και τα όρια της επιστημονικής γλώσσας

Η δήλωση ότι το ζήτημα είναι «πλήρως κλειστό» (case closed) μπορεί να λειτουργεί επικοινωνιακά, αλλά δεν ανήκει στη γλώσσα της επιστήμης. Η επιστήμη δεν λειτουργεί με τελεσίδικες αποφάσεις, αλλά με βαθμούς βεβαιότητας, αβεβαιότητες και συνεχή αναθεώρηση μοντέλων. Ακόμη και το ίδιο τα IPCC επικαλείται η μελέτη, μιλούν με όρους extremely likely και unequivocal, όχι με όρους οριστικού τέλους της έρευνας.

Χρηματοδότηση και επικοινωνιακό πλαίσιο

Η μελέτη εκπονήθηκε στο πλαίσιο της Alliance for Science, η οποία χρηματοδοτείται από το Bill and Melinda Gates Foundation. Αυτό δεν σημαίνει αλλοίωση δεδομένων ή απόκρυψη ευρημάτων. Σημαίνει όμως κάτι σαφές. Η έρευνα εντάσσεται σε ένα επικοινωνιακό και πολιτικό πλαίσιο, όπου η ανάδειξη της συναίνεσης θεωρείται εργαλείο κοινωνικής κινητοποίησης. Άλλωστε, οι ίδιοι οι συγγραφείς δηλώνουν ρητά ότι η ανάδειξη της συναίνεσης λειτουργεί ως «gateway belief» για την αποδοχή πολιτικών μετριασμού. Πρόκειται για θεμιτό στόχο πολιτικής επικοινωνίας, όχι όμως για ουδέτερη επιστημονική παρατήρηση.

Η μελέτη δεν αποκρύπτει δεδομένα και δεν αποτελεί επιστημονική απάτη. Είναι όμως ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς η επιστημονική βιβλιογραφία μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να στηρίξει ένα αφήγημα βεβαιότητας, περισσότερο παρά να φωτίσει την πολυπλοκότητα της κλιματικής επιστήμης.

Η κλιματολογία και η παλαιοκλιματολογία δείχνουν ξεκάθαρα ότι το κλίμα της Γης ποτέ δεν καθοριζόταν από έναν μόνο παράγοντα. Η ηλιακή ακτινοβολία, οι τροχιακές μεταβολές, η ηφαιστειακή δραστηριότητα, η γεωδυναμική και η εσωτερική μεταβλητότητα του συστήματος Γη–ωκεανοί–ατμόσφαιρα λειτουργούσαν πάντα ταυτόχρονα και αλληλεπιδραστικά. Η σύγχρονη επιστήμη πράγματι αναγνωρίζει ότι η πρόσφατη υπερθέρμανση οφείλεται κυρίως στις ανθρώπινες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου. Αυτό όμως σημαίνει κυρίαρχη συμβολή — όχι αποκλειστική. Οι φυσικοί μηχανισμοί δεν έπαψαν να υπάρχουν ούτε «απενεργοποιήθηκαν». Επιπλέον, η γεωλογική ιστορία καταγράφει περιόδους ταχύτατων κλιματικών μεταβολών, ακόμη και χωρίς ανθρώπινη παρουσία.

Το γεγονός αυτό δεν αναιρεί τη σημερινή ανθρώπινη επίδραση· υπενθυμίζει όμως ότι το κλιματικό σύστημα διαθέτει εγγενή δυναμική και ευαισθησίες. Το ουσιαστικό ζήτημα, επομένως, δεν είναι αν μόνο ο άνθρωπος επηρεάζει το κλίμα, αλλά αν η ταχύτητα και η ένταση της ανθρώπινης παρέμβασης, σε συνδυασμό με τη φυσική μεταβλητότητα, δοκιμάζουν τα όρια προσαρμογής των κοινωνιών και των οικοσυστημάτων. Η επιστήμη κερδίζει σε αξιοπιστία όταν αποφεύγει τις απόλυτες διατυπώσεις

Όταν το 1% αλλάζει τα πάντα-Γιατί η επιστήμη δεν λειτουργεί με πλειοψηφίες

Όταν η επιστήμη παρουσιάζεται ως «κλειστή υπόθεση», κινδυνεύει να χάσει αυτό που τη θεμελιώνει: την ανοιχτή, διαρκή και κριτική αναζήτηση της αλήθειας. Ευτυχώς —και αυτό είναι κρίσιμο— στην επιστήμη δεν ισχύει η δημοκρατία των αριθμών, ούτε οι πλειοψηφίες αποφασίζουν τι είναι αληθές. Αν ίσχυε κάτι τέτοιο, η επιστημονική πρόοδος θα είχε σταματήσει αιώνες πριν.ωΗ ιστορία της επιστήμης είναι γεμάτη παραδείγματα όπου μια μειοψηφική, συχνά περιθωριακή άποψη, ανέτρεψε το κυρίαρχο δόγμα. Όχι επειδή είχε περισσότερους υποστηρικτές, αλλά επειδή εξηγούσε καλύτερα τη φύση.

  • Ο Dalton και η ατομική θεωρία : Στις αρχές του 19ου αιώνα, ο John Dalton (συχνά αποδίδεται λανθασμένα ως Boltman) επανέφερε την ατομική θεωρία, σε μια εποχή όπου μεγάλο μέρος της επιστημονικής κοινότητας τη θεωρούσε φιλοσοφικό κατάλοιπο του Δημόκριτου. Η πλειοψηφία των χημικών πίστευε σε συνεχές μέσο, όχι σε διακριτά άτομα. Για δεκαετίες, η ατομική θεωρία ήταν μειοψηφική και αμφισβητούμενη. Χρειάστηκε η στατιστική φυσική, το έργο του Ludwig Boltzmann και τελικά τα πειράματα του Brownian motion (Einstein, Perrin) για να καταρρεύσει το «consensus» της συνέχειας. Αν τότε είχε επικρατήσει το επιχείρημα «η πλειοψηφία συμφωνεί», τα άτομα ίσως να ήταν ακόμη φιλοσοφική εικασία.
  • Ο Einstein και το 1% απέναντι στη Νευτώνεια βεβαιότητα :Στις αρχές του 20ού αιώνα, η Νευτώνεια μηχανική θεωρούνταν πλήρης και οριστική. Οι περισσότεροι φυσικοί πίστευαν ότι η φυσική είχε φτάσει στα όριά της και απέμεναν μόνο «λεπτομέρειες». Ο Albert Einstein ανήκε σε ένα απειροελάχιστο ποσοστό που τόλμησε να αμφισβητήσει τις θεμελιώδεις έννοιες του χρόνου και του χώρου. Η Ειδική και Γενική Σχετικότητα δεν έγιναν δεκτές με ψηφοφορία· αντιμετωπίστηκαν αρχικά με έντονη δυσπιστία, ακόμη και ειρωνεία. Σήμερα γνωρίζουμε ότι χωρίς τη Σχετικότητα δεν λειτουργεί το GPS, χωρίς τη Γενική Σχετικότητα δεν κατανοούμε την κοσμολογία, και χωρίς αυτήν, η σύγχρονη φυσική θα ήταν εσωτερικά αντιφατική. Το 1% είχε δίκιο — όχι επειδή ήταν 1%, αλλά επειδή η φύση συμφώνησε μαζί του.
  • Ο Zermelo και το τέλος της «προφανούς» θερμοδυναμικής    : Στα τέλη του 19ου αιώνα, η δεύτερη αρχή της θερμοδυναμικής θεωρούνταν απολύτως αδιαμφισβήτητη. Ο Ernst Zermelo, βασιζόμενος στη μηχανική του Poincaré, τόλμησε να δείξει ότι σε κλειστά συστήματα η αυστηρή μη αναστρεψιμότητα δεν είναι απόλυτη. Η κριτική του θεωρήθηκε αιρετική. Όμως άνοιξε τον δρόμο για τη στατιστική ερμηνεία της εντροπίας, τη βαθύτερη κατανόηση της χρονικής ασυμμετρίας, και τη σύγχρονη θεωρία μη ισορροπίας. Αν η θερμοδυναμική είχε κλείσει ως «case closed», η σύγχρονη φυσική πολύπλοκων συστημάτων δεν θα υπήρχε.
  • Wegener, plate tectonics και το μάθημα της γεωλογίας : Ο Alfred Wegener πρότεινε την ηπειρωτική μετατόπιση το 1912. Η γεωλογική κοινότητα την απέρριψε σχεδόν ομόφωνα. Για μισό αιώνα, η θεωρία του ήταν στο περιθώριο. Σήμερα, η τεκτονική των πλακών αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της γεωλογίας. Το consensus είχε κάνει λάθος — όχι για λίγο, αλλά για δεκαετίες.

Το πραγματικό μάθημα για τη σύγχρονη επιστήμη

Όλα αυτά δεν σημαίνουν ότι «η πλειοψηφία κάνει πάντα λάθος» ή ότι κάθε μειοψηφική άποψη είναι σωστή. Σημαίνουν κάτι πιο ουσιαστικό:

Η επιστήμη δεν προχωρά με ποσοστά συναίνεσης, αλλά με ποιότητα επιχειρημάτων, δεδομένων και προβλεπτική ισχύ.

Το 1% δεν έχει αξία επειδή είναι μειοψηφία. Έχει αξία επειδή μπορεί να εντοπίζει αδυναμίες στα μοντέλα, να φωτίζει παραγνωρισμένους μηχανισμούς, και να κρατά ανοιχτό τον δρόμο της αναθεώρησης.  Σε πεδία όπως η κλιματική επιστήμη —όπου εμπλέκονται χαοτικά συστήματα, μακροχρόνιες κλίμακες και πολιτικές αποφάσεις— η απόλυτη βεβαιότητα δεν είναι ένδειξη ισχύος, αλλά αδυναμίας. Η ιστορία δείχνει ξεκάθαρα ότι αν το 1% φιμωθεί, αν η επιστήμη μετατραπεί σε αφήγημα πλειοψηφίας, τότε δεν υπερασπιζόμαστε τη γνώση· τη σταματάμε. Και αυτό είναι το πραγματικό ρίσκο κάθε φορά που ακούμε τη φράση:
«η υπόθεση έχει κλείσει». Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν υπάρχει ανθρωπογενής επίδραση — αυτό είναι επιστημονικά τεκμηριωμένο. Το ερώτημα είναι πώς ορίζουμε τη συναίνεση,πώς διαχειριζόμαστε την αβεβαιότητα, και πού τελειώνει η επιστήμη και αρχίζει η πολιτική χρήση της. Όταν η επιστήμη παρουσιάζεται ως «κλειστή υπόθεση», κινδυνεύει να χάσει αυτό που τη θεμελιώνει. Την ανοιχτή, διαρκή και κριτική αναζήτηση της αλήθειας.

Θεόδωρος Ν. Κολυδάς
Διευθυντής Τομέα Υδρομετεωρολογίας και Φυσικών Καταστροφών εργαστηρίου Assist Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης - Mετεωρολόγος Star Channel - Πρώην Διευθυντής Εθνικού Μετεωρολογικού Κέντρου ΕΜΥ - Μέλος της Επιστημονικής Επιτροπής της Έδρας UNESCO Con-E-Ect

H μελέτη από το Environmental Research Letters

[embeddoc url="https://kolydas.eu/wp-content/uploads/2026/01/Lynas_2021_Environ._Res._Lett._16_114005.pdf" download="all"]

Η αξία του κειμένου στις οπτικοποιημενες προγνώσεις καιρου

 Αρκετές μεγάλες Εθνικές Μετεωρολογικές Υπηρεσίες διατηρούν την επίσημη πρόγνωση σε κείμενο παράλληλα με χάρτες, σύμβολα και αυτ...